Η τέχνη του αυτοσχεδιασμού στον κινηματογράφο: Το φαινόμενο Coherence

Σε μία εποχή που οι κινηματογραφικές παραγωγές αυξάνονται συνεχώς, είμαστε όλο και πιο τυχεροί να συναντάμε ταινίες των οποίων οι δημιουργοί σπάνε τα παραδοσιακά δεσμά της σκηνοθεσίας και πειραματίζονται με τον φακό. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ταινία Coherence, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του James Ward Byrkit. Πρόκειται για μια ιστορία που στα πρώτα λεπτά φαίνεται απλή: οκτώ φίλοι συναντιούνται σε ένα σπίτι για να δειπνήσουν, το ίδιο βράδυ που περνά ο κομήτης Μίλλερ. Ένα ξαφνικό blackout, όμως, πυροδοτεί μια αλυσίδα παράξενων περιστατικών, και καθώς η νύχτα προχωρά, η ατμόσφαιρα βυθίζεται όλο και περισσότερο στο μυστήριο, με τους χαρακτήρες να προσπαθούν απεγνωσμένα να λύσουν το παζλ της βραδιάς.

Ο σκηνοθέτης, έχοντας δουλέψει ως storyboard artist και illustrator σε μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές, όπως οι Πειρατές της Καραϊβικής, ανέφερε σε συνέντευξή του στο The Dissolve ότι ήθελε να ξεφύγει από τον υπερ-οργανωμένο τρόπο παραγωγής του Hollywood. Έτσι, τόλμησε να δημιουργήσει και να δουλέψει μόνο με τα απολύτως βασικά: μια κάμερα και λίγους ηθοποιούς. Δεν υπήρχε καν σενάριο και ο προϋπολογισμός ήταν εξαιρετικά χαμηλός. Αντί για σενάριο, έδινε καθημερινά στους ηθοποιούς μισή ή μία σελίδα με πληροφορίες για το παρελθόν και τα κίνητρά τους, χωρίς να γνωρίζουν σχεδόν τίποτα για τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Έτσι, ο αυτοσχεδιασμός τους ήταν αυθεντικός και οι αντιδράσεις τους φυσικές, δίνοντας στην αφήγηση αμεσότητα και ζωντάνια.

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο ίδιο το σπίτι του σκηνοθέτη, μέσα σε μόλις πέντε ημέρες, για να μη χαθεί η φυσικότητα της ιστορίας. Οι ηθοποιοί έφταναν καθημερινά γνωρίζοντας μόνο τα απολύτως απαραίτητα, έτοιμοι να αυτοσχεδιάσουν και να βρουν μια διέξοδο στο μυστήριο. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, όταν βλέπουμε τα τέσσερα ζευγάρια να μαζεύονται για το δείπνο, ο αυτοσχεδιασμός ξεδιπλώνεται μέσα σε ένα γλυκό χάος, με αυθόρμητους διαλόγους, συχνά ο ένας πάνω στον άλλον, και αληθινές αντιδράσεις. Αυτό το σκοτάδι, στο οποίο κινούνται οι χαρακτήρες, είναι που δημιουργεί την ατμόσφαιρα και καλεί τον θεατή να μπει στο παιχνίδι της αγωνίας, να παρασυρθεί και να ταυτιστεί μαζί τους.

Παρά τον περιορισμό του χώρου, ο σκηνοθέτης αξιοποίησε έξυπνα την κάμερα με κοντινά πλάνα, τονίζοντας την ψυχολογική κατάσταση των χαρακτήρων και κάνοντας τον χώρο να μοιάζει μεγαλύτερος. Οι ηθοποιοί είχαν πλήρη ελευθερία να μετακινηθούν από δωμάτιο σε δωμάτιο, με την κάμερα να τους ακολουθεί, κάτι που ενίσχυσε τον ρεαλισμό.

Όποιος παρακολουθήσει την ταινία δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί: πώς γίνεται μέσα σε όλη αυτή την παράνοια της πλοκής να μην υπάρχει σενάριο και οι διάλογοι να βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό; Ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας ήταν ο συνεργάτης του σκηνοθέτη, που συμμετείχε και ως ηθοποιός, καθοδηγώντας κάποιες σκηνές και ορισμένους διαλόγους.

Η μυστήρια αύρα της ταινίας περνά και σε μετα-αφηγηματικό επίπεδο: η σχέση μεταξύ ηθοποιών και χαρακτήρων θολώνει, σχεδόν αντιστρέφεται. Δεν είναι πλέον οι ηθοποιοί που γνωρίζουν τις ατάκες και την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά οι χαρακτήρες που «ζουν» πραγματικά τη βραδιά.

Μέσα από αυτόν τον επιτυχημένο πειραματισμό προκύπτει ένας ιδιότυπος ρεαλισμός. Ένας ρεαλισμός που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ρεαλιστική ιστορία, αλλά να δώσει ρεαλιστική διάσταση σε κάτι φανταστικό, ενεργοποιώντας πλήρως τις γνωστικές λειτουργίες του θεατή και προσκαλώντας τον να συμμετάσχει στο παιχνίδι της αφήγησης.

Σκάρλετ Γιακουμάκη